Αρθρα - γνωμεσ
>
ιστοριεσ

Νομοσχέδιο υποχρεωτικής συνεπιμέλειας: Αναγκαία αναθεώρηση ή επιπολαιότητα;

Τους τελευταίους μήνες ξεκίνησε από την κυβέρνηση μία συζήτηση για την αναθεώρηση του οικογενειακού δικαίου χαρακτηρίζοντάς το "παρωχημένο". Οι προτάσεις που διέρρευσαν μιλούν για υποχρεωτική συνεπιμέλεια ξεκινώντας μία "εκστρατεία" για τα αιτήματα των πατεράδων ξεχνώντας το συμφέρον του παιδιού.

Οι συζητήσεις των προηγούμενων μηνών σχετικά με την αναθεώρηση τμημάτων του οικογενειακού δικαίου πήραν πλέον την μορφή του γραπτού λόγου στο «Προσχέδιο Τροποποιήσεων Οικογενειακού Δικαίου», το οποίο αποτελεί το πρόπλασμα για το επερχόμενο νομοσχέδιο. Το προσχέδιο έχει έρθει στην επικαιρότητα με κύριο πυλώνα συζήτησης την νομοθεσία για την υποχρεωτική κοινή επιμέλεια των παιδιών μετά το διαζύγιο των γονέων.

Διάφοροι «σύλλογοι πατεράδων» όπως η ομάδα «Ενεργοί Μπαμπάδες» είναι υπέρμαχοι της υποχρεωτικής συνεπιμέλειας θεωρώντας «άνιση» την θέση του πατέρα σε σχέση με της μητέρας στην επιμέλεια των παιδιών και την γονική μέριμνα όπως προβλέπεται από τον υπάρχοντα νόμο. Στην ίδια μεριά του θέματος βρίσκεται και ο Υπουργός Δικαιοσύνης κ. Τσιάρας ισχυριζόμενος ότι η κοινωνική πραγματικότητα εξελίσσεται στο θέμα της ισότητας των φύλων και για αυτό πρέπει να αναθεωρηθεί η υπάρχουσα νομοθέτηση του Οικογενειακού Δικαίου που ισχύει από το 1983.

Το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο, που κατηγορείται ότι δεν ανταποκρίνεται στην σημερινή κατάσταση της ισότητας, κατοχυρώνει ότι η γονική μέριμνα είναι καθήκον αλλά και δικαίωμα και των δύο γονέων. Η γονική μέριμνα προσδιορίζεται ως ο ευρύς όρος ο οποίος περιλαμβάνει την επιμέλεια του τέκνου, την διοίκηση της τυχόν υπάρχουσας περιουσίας του ανηλίκου και την δικαστική του εκπροσώπηση. Ταυτόχρονα, η επιμέλεια εμπεριέχει τις υποχρεώσεις του γονέα ως προς την ανατροφή, την επίβλεψη, την εκπαίδευση, την υγεία, τον τόπο διαμονής και γενικότερα κάθε φροντίδα που σχετίζεται με την διαμόρφωση του χαρακτήρα του παιδιού.

Η νομοθεσία ως έχει, σύμφωνα με το άρθρο 1518ΑΚ, ούτε επιβάλλει αλλά ούτε και απαγορεύει την συνεπιμέλεια αλλά αφήνει στην νομολογική πρακτική τόσο την επιβολή κυρώσεων σε γονέα που έκανε κακή άσκησή της όσο και την ελευθερία για να αποφασίσει την κοινή επιμέλεια, εφόσον οι γονείς βρίσκονται σε συνεργάσιμο κλίμα και έχουν συναινετικές προθέσεις. Με άλλα λόγια, η ανάγκη και η δυνατότητα της συνεπιμέλειας είναι ευέλικτη, δηλαδή αφήνεται στην κρίση του δικαστηρίου ανά περίπτωση σύμφωνα με το συμφέρον του παιδιού και δεν επιβάλλεται η υποχρεωτικότητά της από την νομοθεσία. Αντίστοιχα, ο χρόνος επικοινωνίας του παιδιού με τον γονέα που δεν έχει την επιμέλεια καθορίζεται πάλι από την νομολογία και όχι από την νομοθεσία. Οι υποθέσεις διαζυγίων και γονικής μέριμνας υποσκάπτουν και λεπτά θέματα της ενδοοικογενειακής κατάστασης και για αυτό η κάθε περίπτωση απαιτεί ειδική μεταχείριση από τους δικαστές αντί για μία γενική υποχρεωτικότητα των νομοθετών.

Στην αντίθετη όψη, το προσεχές νομοσχέδιο θα θεσπίζει νομοθετικά για πρώτη φορά το ελάχιστο όριο του χρόνου επικοινωνίας του γονέα που στερείται της επιμέλειας το οποίο ανέρχεται στο 1/3 του συνολικού χρόνου αλλά μπορεί να φτάσει και το ½. Εκτός των περιπτώσεων όπου έχει αφαιρεθεί από το δικαστήριο στον γονέα η γονική μέριμνα λόγω της κακής άσκησής της, η νομοθεσία αυτή στην πράξη επιβάλλει την εναλλασσόμενη κατοικία του παιδιού, και προϋποθέτει την συνεργασία των γονέων, η οποία στην ελληνική πραγματικότητα του σήμερα δεν είναι δεδομένη. Σε περίπτωση που οι γονείς για κάποιο θέμα της επιμέλειας δεν μπορούν να πάρουν μεταξύ τους απόφαση τότε προσφεύγουν στα δικαστήρια. Έτσι δημιουργούνται πολλά ερωτήματα γύρω από το αν θα μπορέσουν οι διαζευγμένοι γονείς να συναποφασίζουν συνεχώς και ομόφωνα για την καθημερινότητα του παιδιού χωρίς δικαστικές προστριβές, αν όντως εξυπηρετείται το συμφέρον του παιδιού, και αν, εν τέλει, το ισχύον οικογενειακό δίκαιο χρειάζεται νομοθετική αναθεώρηση.

Αρχικά, πρέπει να διασαφηνιστεί ότι σε πολλές περιπτώσεις οι δύο γονείς δεν είναι σε θέση ούτε έχουν την θέληση για συνεχή επικοινωνία με την/τον πρώην σύζυγο. Οι εντάσεις και η συναισθηματική φόρτιση των δύο ενηλίκων κατά την διαδικασία του διαζυγίου φανερώνουν την αδυναμία τους για συνεργασία, ιδίως όταν αυτό είναι κατά αντιδικία, δηλαδή αποτέλεσμα ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσης. Η συνεργασία απαιτεί ωριμότητα και ανιδιοτέλεια, ιδιότητες που σε μεγάλο ποσοστό δεν υπάρχουν ανάμεσα σε δύο πρώην συζύγους ούτε μπορούν να αποκτηθούν άμεσα. Έτσι οι διαφωνίες για τα θέματα της καθημερινότητας του παιδιού θα οδηγούν συνεχώς τους γονείς στα δικαστήρια και θα αναζωπυρώνουν το διχαστικό κλίμα μεταξύ τους, δημιουργώντας έναν φαύλο κύκλο δικαστικών αντιπαραθέσεων. Επίσης, είναι απαραίτητο να σκεφτούμε και την επιθυμία του ενός ή και των δύο πρώην συζύγων να ακολουθήσουν ελεύθερα και ξεχωριστά την πορεία στην ζωή τους. Αυτή η επιθυμία αντανακλά την ουσιαστική ύπαρξη του διαζυγίου και αναιρείται όταν αναγκάζονται να βρίσκονται σε διαρκή επικοινωνία.

Στο πρακτικό επίπεδο πρέπει να συμπεριληφθεί η καθυστέρηση των δικών εξαιτίας του ήδη μεγάλου όγκου εκκρεμών δικαστικών υποθέσεων το οποίο μάλιστα θα επιφορτιστεί ακόμα περισσότερο. Τα δικαστήρια θα αναλάβουν την επίλυση των διαφωνιών των γονέων ως προς τα θέματα καθημερινότητας του παιδιού και δεν είναι καθόλου δύσκολο να συνειδητοποιήσουμε την ραγδαία αύξηση των δικαστικών αγωγών.

Πέρα από τις δυσχέρειες στην μεριά των γονέων, το κυριότερο πρόσωπο των σχετικών διατάξεων είναι το ίδιο το παιδί και πρέπει να αναλογιστούμε τις επιπτώσεις που θα επιφέρει σε αυτό το νέο νομοσχέδιο. Αρχικά, η θέσπιση του ελάχιστου χρόνου επικοινωνίας με τον γονέα που δεν έχει την επιμέλεια, όπως προαναφέρθηκε, ορίζει μία πρακτική εναλλασσόμενης κατοικίας του παιδιού. Εκτός από την αβεβαιότητα στην συνεργασία των δύο γονέων για τον καθορισμό του προβλεπόμενου χρόνου, που και σε αυτήν την περίπτωση αποτελεί ένα σοβαρό κενό, η συνεχής αλλαγή του τόπου κατοικίας του παιδιού μπορεί να επηρεάσει σοβαρά την ανάπτυξή του ιδίως όταν πρόκειται για μικρές ηλικίες που υπάρχει και το θέμα του θηλασμού. Η αστάθεια στο οικιακό περιβάλλον και στον τρόπο ζωής σε μια ηλικιακή φάση όπου το παιδί καλλιεργεί την προσωπικότητά του μπορεί να προκαλέσει διχασμό. Όταν δεν υπάρχει η κατάλληλη συνεργασία των γονέων, το παιδί γίνεται αντικείμενο διαφορετικών προτροπών ή ακόμα και της διεκδικητικής διάθεσης των πρώην συζύγων. Το πρόβλημα μεγεθύνεται πολύ περισσότερο όταν περιπλέκεται και η παράμετρος της γεωγραφικής απόστασης. Σε αυτήν εντάσσεται και η δυσκολία του παιδιού να αναπροσαρμόζεται στο περιβάλλον του, ιδιαίτερα όταν οι συνθήκες ζωής είναι διαμετρικά αντίθετες. Όλα τα παραπάνω προσκρούουν στην προαπαιτούμενη σταθερότητα που χρειάζεται το παιδί για να καλλιεργήσει την προσωπικότητα και την ψυχοσύνθεσή του χωρίς τις εντάσεις που προκαλούνται από τις διαφωνίες των γονέων.

Χωρίς να γίνει εκτενής ανάλυση του νέου νομοσχεδίου, μόνο από τις βασικές αναθεωρήσεις γίνεται αντιληπτική η πρακτική δυσκολία αλλά δημιουργείται και το ερώτημα για το κατά πόσο το νέο νομοσχέδιο θα είναι στην πραγματικότητα παιδοκεντρικό και θα εξυπηρετεί πάντα τα συμφέροντα του παιδιού όπως προβλέπεται από το άρθρο 1511ΑΚ.

Παράλληλα, η συνεργασία δεν συνεπάγεται άμεσα την ισότητα ειδικά αν αναλογιστούμε την χρονική συγκυρία και την γενικότερη πατριαρχική δομή της ελληνικής κοινωνίας. Σε μία χώρα όπου η άνιση αμοιβή, οι διακρίσεις και οι παρενοχλήσεις στην εργασία και η ενδοοικογενειακή βία εις βάρος του γυναικείου φύλου είναι αυξανόμενα φαινόμενα και οι κοινωνικές υπηρεσίες όπως και τα δικαστήρια δυσλειτουργούν εξαιτίας του lockdown, είναι αρκετά δύσκολο να λειτουργήσει με θετικά αποτελέσματα η υποχρεωτική συνεπιμέλεια.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζονται στις υποθέσεις οικογενειακού δικαίου αφορούν τα συγκρουσιακά διαζύγια, στα οποία οι διαπλεκόμενοι ενήλικες δεν είναι σε θέση να συνεργαστούν άρα ούτε να αποφασίσουν για συναινετική επιμέλεια. Άρα το πρόβλημα δεν αφορά το νομοθετικό πλαίσιο ούτε μπορεί να επιλυθεί με την αναθεώρησή του, πόσο μάλλον με την υποχρεωτική συνεπιμέλεια. Για να υπάρχει πάντοτε η επιθυμητή συναινετική επιμέλεια στο οικογενειακό δίκαιο πρέπει η ισότητα των φύλων να είναι ριζωμένη σε όλες τις πτυχές της ελληνικής κοινωνίας και όχι να υποχρεώνεται νομοθετικά.

Η σοβαρότητα του θέματος φαίνεται ολοφάνερα από τις άμεσες αντιδράσεις των φεμινιστικών οργανώσεων. 16 φεμινιστικές οργανώσεις υπέγραψαν κοινό ψήφισμα απαιτώντας να σταματήσει η τροποποίηση του οικογενειακού δικαίου και αντί αυτού να βελτιωθεί η απονομή δικαιοσύνης με την ίδρυση οικογενειακών δικαστηρίων και σωμάτων οικογενειακών κοινωνικών λειτουργών, να θεσπιστεί υποχρεωτική κοινωνική έρευνα και να προβλέπεται ένα ειδικό μηνιαίο επίδομα στήριξης των χαμηλού εισοδήματος χωρισμένων γονέων που έχουν την επιμέλεια του παιδιού.

Σε κάθε περίπτωση πρέπει να κατανοήσουμε ότι οποιαδήποτε απόφαση επί του νομοσχεδίου πρέπει να γίνει ύστερα από συνομιλία και κατανόηση των αιτημάτων και των συλλόγων πατεράδων και των φεμινιστικών οργανώσεων. Οι κύριοι άξονες είναι το συμφέρον του παιδιού και η αντίληψη των πραγματικών συνθηκών της ελληνικής κοινωνίας. Οι νομοθετήσεις για το οικογενειακό δίκαιο δεν πρέπει να χαρακτηρίζονται από επιπολαιότητα ούτε να συνδέονται με ανεπιθύμητα αποτελέσματα. Η εποχή της πανδημίας έχει μεγιστοποιήσει τα περιστατικά ενδοοικογενειακής βίας καθιστώντας επιβεβλημένη την προστασία των θυμάτων και αρκετά επικίνδυνη την όποια λανθασμένη αναθεώρηση του οικογενειακού δικαίου.


*το άρθρο δημοσιεύτηκε και στον Νομικό Παλμό

Μελίνα Κασιανίδου
@mel__kasian
Η Μελίνα Κασιανίδου είναι μέλος της Πρωτοβουλίας Νέων και της φεμινιστικής συλλογικότητας "το Μωβ". Σπουδάζει στο τμήμα της Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών από το 2020.
ΓΙΝΕ ΜΕΛΟΣ

Είναι στο χέρι σου!

Είναι στο χέρι σου!
Γινε μελοσ τησ Πρωτοβουλιασ